Διάλειμμα Θερινής Νυκτός


Brainstorming / Τρίτη, Μάιος 29th, 2018

Σάββατο απόγευμα ήταν και μόλις μπήκε σπίτι η Θεσσαλονικιά, ξεκίνησε να τακτοποιεί το χάος. Όλη την εβδομάδα, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Κουρασμένη από την σκέψη και μόνο, όσων είχε να διεκπεραιώσει, φυσικά και έκανε μόνο όσα βλέπει η πεθερά. Τουλάχιστον να προλάβω να βάλω τα πλυντήρια, σκέφτηκε. Πόσο πολύ ανυπομονούσε να ξημερώσει Κυριακή. Επιτέλους ήρθε το διημεράκι (για κάποιους τριημεράκι) του Αγίου Πνεύματος. – Δεν είμαι εγώ άνθρωπος του πνεύματος; Φυσικά και πρέπει να μείνει κλειστή η αγορά, είπε, σε όλες τις συνομιλίες που έκανε με φίλους και γνωστούς. Ήταν τυχερή και φέτος. Τα κατάφερνε κάθε χρόνο τέτοια μέρα, να κάνει το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού, που αλλού, στην Χαλκιδική. Κάθε Θεσσαλονικιός που σέβεται και τιμά τις παραδόσεις, τέτοια μέρα, μια επίσκεψη στις υπέροχες παραλίες της Χαλκιδικής, θα την πραγματοποιήσει (εφόσον έχει την δυνατότητα, φυσικά).

Επηρεασμένη από τα παιχνίδια επιβίωσης της τηλεόρασης, πεινασμένη από την διατροφή (γιατί κάθε κατεργάρης που σέβεται τον εαυτό του, την Άνοιξη ξεκινάει δίαιτα και γυμναστική) και λίγο κουρασμένη από την δουλειά, έκατσε στον καναπέ και δεν ξανασηκώθηκε. Θα τα φτιάξω αύριο τα πράγματα, σκέφτηκε. Σιγά, έναν ύπνο θα κάνουμε. Άλλωστε όλη μέρα στην παραλία θα είμαστε. Ανυπομονούσε.

Η διαδρομή προς τον παράδεισο, με ελάχιστες διαφορές, είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Όπως και οι συζητήσεις. Οι δύο ροκάδες, ο ένας ελαφρολαικός και ο τέταρτος χαουζάς, στο σημείο της διαδρομής που αρχίζουν να χάνονται όλοι οι σταθμοί από το ραδιόφωνο, κατάλαβαν ότι  έφταναν σιγά σιγά στον προορισμό. Σε λίγα λεπτά θα απολάμβαναν ένα παγωμένο fredo espresso σκέτο (είπαμε διατροφή), και θα λιάζανε τα κορμιά τους δίπλα στο κύμα. Σε εκείνο το σημείο έβαλαν το CD των Thievery Corporation να παίζει. Όλοι συμφώνησαν. Οι μελωδίες των Thievery, άλλωστε, είχαν για όλη την παρέα, την γεύση του λάιμ, την μυρωδιά του δύοσμου και την αμαρτία της λευκής ζάχαρης.

True Story #7

Μια φορά και ένα καιρό, δούλευα στο Εxapsis, ροκ μπαρ του παρελθόντος, στην εξωτική Περαία. Ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουνίου, περίμενα να τελειώσει η βάρδια μου, όταν ένας ευτραφής, κατάλευκος Άγγλος, γύρω στα σαράντα, μου ζήτησε μέσα σε μία ώρα, το τρίτο μισόλιτρο ποτήρι μπύρας. Τουριστικός πράκτορας μου συστήθηκε, είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της Περαίας και εκεί κάπου κατάλαβα ότι την είχε ακούσει από τις μπύρες και την ζέστη. Την επόμενη μέρα με ενημέρωσε ότι θα ξεκινούσε ένα τουρ σε κοντινές παραλίες. Αν ξετρελάθηκε με την παρατημένη Περαία, σκέφτηκα, τι θα πάθει αν πάει Καβουρότρυπες; 

Πέρασε ο καιρός, και οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου με βρήκαν πάλι να δουλεύω όταν ο Peter, ο τουριστικός πράκτορας επέστρεψε για μια τελευταία μπύρα στο ροκ μπαρ, λίγο έξω από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, δίπλα στο αεροδρόμιο, που τόσο του είχε αρέσει. Είχε γίνει σαν τεράστιος αστακός. Peter κοκκίνησες του είπα, προσπαθώντας να μην γελάσω. Είχε περάσει τέλεια. Ήθελε να βγει στην σύνταξη και να έρθει στην Ελλάδα να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του. Του άρεσαν πολύ τα Επτάνησα μου είπε, η Σαντορίνη ήταν σαν όνειρο, δεν πρόλαβε να πάει Σαμοθράκη δυστυχώς, αλλά σαν εκείνο το μέρος με τα τρία πόδια(δεν θυμόταν όνομα), δεν έχει μου είπε, και ήπιε την τελευταία γουλιά μπύρας. Σε μένα το λες, του είπα γελώντας και έφυγα να μοιραστώ με τον Νεκτάριο (μασκότ του μαγαζιού), αυτό που μόλις είχα ακούσει.  

Στα πρώτα άντα η παρέα, και πήραν τον δρόμο προς το δεύτερο πόδι. Ήταν γεγονός ότι το πρώτο πόδι, όταν ήταν ακόμα φοιτητές, το είχαν επισκεφθεί, ουκ ολίγες φορές. Τα τελευταία χρόνια όμως καταλήγαν Σιθωνία. Ήθελαν να χαλαρώσουν και να μην κάνουν τίποτα. Έτσι και φέτος, ήθελαν ηρεμία. Dolce far niente, εκεί που σκάει το κύμα. Πάμε να τσιλάρουμε έλεγαν οι ροκάδες της παρέας και όλοι τους, χλεύασαν τον τουρίστα του μπροστινού αμαξιού που πάει σαν χελώνα, πατάει φρένο χωρίς λόγο και απλά τους καθυστερεί.

Βροχές  δείχνουν οι προβλέψεις είπε η Θεσσαλονικιά. Ευχήθηκε από μέσα της να έχει καλό καιρό και προσπάθησε να θυμηθεί τι έκανε πέρσι τέτοια μέρα. Δυσκολεύτηκε αρκετά να θυμηθεί. Κατάφερε όμως να φέρει στο νου παλιότερες τέτοιες μέρες, μέρες από το παρελθόν που ήταν τόσο παλιές, που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος με εκείνη την ελαφρόμυαλη, που πίστευε ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Κακομοίρα μου, σκέφτηκε και ρώτησε σε πόση ώρα φτάνουν.

Η θάλασσα ήταν ακόμα παγωμένη. Πόσο απολαυστικό είναι πάντα το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού. Μύτες κοκκινισμένες, ηλίθια χαμόγελα, συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, ρούφηγμα κοιλιάς, φαγοπότια, τραγούδι και χορός, είναι μερικά από όσα συμβαίνουν σχεδόν πάντα τέτοια ημέρα. Πάντα κάποιος θα γκρινιάξει ότι θα χάσει τρία σαββατοκύριακα σε γάμους και βαφτίσια, και φέτος. Κάποιος θα έχει κάνει ήδη το μαύρισμα «Δεκαπέντε Αυγούστου» ενώ ο διπλανός του θα γυαλίζει για ώρες από τα λάδια κάτω από τον καυτό ήλιο για να μπορέσει έστω και λίγο να θυμίσει το μαυροτσούκαλο της παρέας.

Αν έχει φεγγάρι και είσαι σε κάποια παραλία, συνηθίζεται το τοπίο να είναι μαγικό. Η θάλασσα είναι λάδι και το φως του φεγγαριού την μετατρέπει σε λευκό μεταξωτό σεντόνι. Να μην έχει μια καλή φωτογραφική να απαθανατίσει την στιγμή, σκέφτηκε. Τα κουνούπια είχαν κάνει ήδη αισθητή την παρουσία τους, οι δύο από την παρέα άρχισαν να κρυώνουν και αφού άκουσε για δεύτερη φορά το αγαπημένο της τραγούδι από το κινητό, έδωσαν ραντεβού στις έξι για να δουν όλοι μαζί την Ανατολή και να κάνουν yoga. Κάνεις δεν σηκώθηκε.

Την ημέρα της επιστροφής όσο και να προσπαθήσεις για το αντίθετο, θα σκεφτείς και θα συζητήσεις για την κίνηση που θα φας αν φύγεις αργά. Εκείνη η κίνηση της επιστροφής από Χαλκιδική είναι αυτό που λέμε «τραβάτε με και ας κλαίω» . Ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις στον γυρισμό, αλλά θα πας. Πάντα θα πας.

Φέτος οι υποχρεώσεις τους ανάγκασαν να ξεκινήσουν νωρίς για την επιστροφή. Αφού έφτασαν και στον Τσάνταλη αναίμακτα, δόξασαν τον Θεό και το Άγιο πνεύμα για το υπέροχο διήμερο και για το πόσο κωλόφαρδοι ήταν που γλίτωσαν την κίνηση που θα αντιμετωπίσουν εκείνοι που επέλεξαν να φύγουν λίγο πιο αργά.

Το ραδιόφωνο άρχισε να ακούγεται πιο καθαρά και να πιάνει όλους τους σταθμούς της πόλης. Ο Republic έβαλε το αγαπημένο της τραγούδι και πολύ χάρηκε. Όταν μπήκαν στο κέντρο της πόλης έφερε στο μυαλό της το πράσινο και το απέραντο γαλάζιο που απόλαυσε αυτό το διήμερο. Πάλι καλά σκέφτηκε. Γέμισαν λίγο οι μπαταρίες. Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα. Ένα διάλειμμα θερινής νυκτός.

Είναι κάποιες στιγμές, ανείπωτα υπέροχες, μοναδικά σημαντικές, αστεία γραφικές. Να ‘χαμε να λέγαμε, να ‘χαμε να πούμε…. διάθεση καλοκαιρινή, ρομαντική, σαχλή αλλά αληθινή… Μέχρι την επόμενη φορά σου εύχομαι καλά τριήμερα, καλές βουτιές και φυσικά may the force be with you.